Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Έθιμα & παραδόσεις των Χριστουγέννων στην Ελλάδα



Τα Χριστούγεννα και οι εορτασμοί του Δωδεκαήμερου δεν είναι απλώς γιορτές σημαντικές για τη χριστιανοσύνη, αλλά και για το λαϊκό μας πολιτισμό, μιας και συνοδεύονται από αρκετά ενδιαφέροντα εθιμικά δρώμενα.
Τρία στοιχεία συνθέτουν συνήθως τις λατρευτικές εκδηλώσεις των Ελλήνων: το τρυφερό θρησκευτικό συναίσθημα, η αρχαία ελληνική καταγωγή και η επιδέξια προσαρμογή στις ανάγκες της καθημερινής ζωής.
Και αυτός ο σπουδαίος συνδυασμός φαίνεται σε όλες τις εκδηλώσεις και τα έθιμά μας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του υπέροχου συνδυασμού βρίσκουμε στα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα της υπαίθρου, όπου τα παιδιά ψάλλοντας εκτός του μηνύματος της Γέννησης επιμένουν και σε λεπτομέρειες του τρόπου ανατροφής του Θείου Βρέφους: “Γεννιέται κι΄ ανατρέφεται με μέλι και με γάλα, το μέλι τρων οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες...”
Με έθιμα και παραδόσεις, λοιπόν, που έχουν τις ρίζες τους βαθιά πίσω στο χρόνο, ετοιμάζονται όλες οι πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας να υποδεχτούν τη γέννηση του Χριστού, την πρώτη μέρα του νέου χρόνου και τα Θεοφάνια. Πόλεις και χωριά στολίζονται, φωταγωγούνται, ντύνονται με μελωδίες και προετοιμάζονται για την άφιξη της πιο χαρούμενης γιορτής της Χριστιανοσύνης. Με το πέρασμα των χρόνων, αλλά με τις αλλαγές που έφερε η τεχνολογία και ο πολιτισμός κάποια παραδοσιακά ήθη και έθιμα ξεχάστηκαν, κάποιες παραδόσεις όμως εξακολουθούν να δίνουν ξεχωριστό χρώμα στις περιοχές που τις τηρούν ακόμα.
Ας κάνουμε μαζί ένα οδοιπορικό στην πατρίδα μας, για να θυμηθούμε κάποιες από τις ιστορίες των παππούδων μας και ας τις διηγηθούμε στα παιδιά μας, για να κρατήσουμε ζωντανό ένα μικρό κομμάτι της καταγωγής μας... Τότε που οι δίπλες χρυσοψήνονταν στο φούρνο του σπιτιού, μελώνονταν και πασπαλίζονταν με κανέλα και καρύδια... Τότε που τα μελομακάρονα ήταν αποκλειστικά για τα Χριστούγεννα κι οι κουραμπιέδες για την Πρωτοχρονιά… Τότε που άνοιγαν τα μπαούλα και έβγαιναν οι φλοκάτες οι γιορτινές και τα πλουμιστά υφαντά... Τότε που έμπαινε στο τζάκι το Χριστόξυλο και σιγόκαιγε ως το πρωί... Τότε που η γιαγιά σιγόβραζε τη νόστιμη κοτόσουπα, “που θα ’ταν φάρμακο, μετά τη νηστεία”... Τότε που ο παππούς έλεγε συνέχεια αστείες ιστορίες για τους καλικάντζαρους και τις ζαβολιές τους, τα παθήματα και τις σκανταλιές τους...
Ας γυρίσουμε λίγο το χρόνο πίσω και ας διηγηθούμε και εμείς ιστορίες στα παιδιά.

“Το Χριστόξυλο”

Το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου τόσο για εμάς τους μεγάλους όσο και για τα παιδιά είναι η ουσία των Χριστουγέννων. Το έθιμο όμως αυτό ήρθε στην Ελλάδα από τους Βαυαρούς και για πρώτη φορά στολίστηκε δέντρο στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833. Από το Β’ παγκόσμιο πόλεμο και μετά το δέντρο με τις πολύχρωμες μπάλες και τα φωτάκια του μπήκε σχεδόν σε όλα τα ελληνικά σπίτια.
Στη χώρα μας “πρόδρομος” του χριστουγεννιάτικου δέντρου θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν το χριστόξυλο ή δωδεκαμερίτης ή αλλιώς σκαρκάνζαλος. Επρόκειτο για ένα γερό και χοντρό ξύλο από αχλαδιά, αγριοκερασιά ή κάποιο άλλο αγκαθωτό δέντρο. Οι πρόγονοί μας προτιμούσαν τα αγκαθωτά δέντρα γιατί, κατά τη λαϊκή παράδοση, απομάκρυναν τα δαιμονικά όντα και τους καλικάντζαρους μακριά από το σπίτι. Στα χωριά της βορείου Ελλάδας το χριστόξυλο μπορεί να ήταν το πιο όμορφο, γερό και χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά, που μπορεί και από το καλοκαίρι ακόμη να το είχαν ετοιμάσει για εκείνη τη νύχτα.
Οι χωρικοί τοποθετούσαν το χριστόξυλο στο τζάκι του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων με σκοπό να καίει συνέχεια στη φωτιά από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα. Η φωτιά έπρεπε να είναι αναμμένη για δυο λόγους: για να ζεσταίνεται η Παναγία και ο Χριστός στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ, αλλά και για να μένουν έξω από το σπίτι οι καλικάντζαροι, που εκείνες τις “αβάφτιστες ημέρες” τριγύριζαν πάνω στη γη γεμάτοι πονηριά.
Πριν ο άντρας του σπιτιού φέρει το χριστόξυλο στο σπίτι, κάθε νοικοκυρά φρόντιζε να έχει καθαρίσει καλά το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθάριζε επιμελώς ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι. Στη Χίο, όταν ο άντρας του σπιτιού έφερνε το κούτσουρο στο σπίτι, το έριχνε στη μέση του δωματίου και η οικογένεια το έραινε με αμύγδαλα και καρύδια πριν το βάλει στο τζάκι.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια ήταν μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού άναβε την καινούρια φωτιά και έβαζε στην πυροστιά το χριστόξυλο, με ευχή όλων να αντέξει για όλο το δωδεκαήμερο των γιορτών.
Η νοικοκυρά μετά το τέλος των γιορτών κρατούσε τη στάχτη των ξύλων, γιατί θα προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Την ημέρα των Φώτων τη σκόρπιζε γύρω απ’ το σπίτι, τους στάβλους και τα χωράφια.

Οι δαιμονικοί καλικάντζαροι

Υπό την πίεση των μεγάλων χριστιανικών γιορτών, οι αρχαίες γιορτές εξαλείφθηκαν με την πάροδο των αιώνων. Έμειναν, όμως, οι δοξασίες, οι θρύλοι και ο μεταφυσικός φόβος για τα δαιμονικά του Δωδεκαημέρου, τους δικούς μας καλικάντζαρους.
Σύμφωνα με την παράδοση ήταν μαύρα, άσχημα και ψηλά πλάσματα, με κόκκινα μάτια, τριχωτό σώμα και τραγίσια πόδια. Όλο το χρόνο ζούσαν κάτω από τη Γη και προσπαθούσαν να κόψουν το τεράστιο δέντρο που την κρατούσε με όλες τις πολιτείες και τα χωριά της. Ήθελαν να τη δουν να γκρεμίζεται στο χάος και να γελάνε. Παραμονές, όμως, Χριστουγέννων άφηναν το κόψιμο του δέντρου και ανέβαιναν πάνω στη Γη, για να πειράξουν τους ανθρώπους μαγαρίζοντας τα φαγητά και τα γλυκά τους.
Έμεναν στη Γη μέχρι τα Φώτα, που αγιάζονταν τα νερά. Τότε έλεγαν γεμάτα τρόμο: "Φύγετε να φύγουμε, γιατί έρχετ' ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του", και έφευγαν. Στο μεταξύ το μισοκομμένο δέντρο είχε θρέψει, και οι καλικάντζαροι πολέμαγαν πάλι από την αρχή και πάλι το άφηναν μισοκομμένο τα ερχόμενα Χριστούγεννα. Έτσι, η γη κατάφερνε να μείνει στη θέση της και οι παππούδες συνέχιζαν να διηγούνται ιστορίες στα άτακτα εγγόνια τους και να τα συμβουλεύουν ότι αν δεν ήθελαν να βγάλουν… καλόγηρους, τότε από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνια δεν έπρεπε να τρώτε ελιές, φασόλια και σύκα.

“Το αναμμένο πουρνάρι” και το έθιμο της φωτιάς

Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν οι βοσκοί να προσκυνήσουν, η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή. Σύμφωνα, όμως, με την παράδοση βρήκαν ένα ξερό πουρνάρι και έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές, τριξίματα και κρότους. Αυτή η συνήθεια υπήρχε παλιά σε πολλά χωριά της Ηπείρου και όποιος πήγαινε στο σπίτι του γείτονα για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παντρεμένα παιδιά που πήγαιναν στο πατρικό τους για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, κρατούσαν ένα κλαρί πουρνάρι ή κάποιο άλλο φυτό που καιγόταν τρίζοντας. Στο δρόμο το άναβαν και το πήγαιναν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι γεμίζοντας χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.
Ακόμη και σήμερα σε κάποια χωριά διασώζεται κάτι απ’ αυτή την παλιά συνήθεια. Πολλοί κρατούν στη χούφτα τους λίγα δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι μόλις μπουν και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται: “Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!”
Σε πολλές πόλεις και χωριά ανάβονταν και ομαδικές φωτιές, για να διώξουν τα κακά πνεύματα. Στην Καστοριά άναβαν κέδρους στις άκρες των χωριών και στη Σιάτιστα άναβαν φωτιές στις πλατείες χτυπώντας γύρω απ’ αυτές κουδούνια. Το διώξιμο του κακού γινόταν έτσι πιο αποτελεσματικό, αφού τα κουδούνια έχουν, όπως και η φωτιά, αποτρεπτική δύναμη, σύμφωνα πάντα με τις λαϊκές δοξασίες.

Πηγή: http://www.yeskid.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου