Στην καρδιά του
πολύκορφου και ελατοσκέπαστου Μαινάλου,
όπου η μουσική από το σουραύλι του Πάνα
μπερδεύεται με το βουητό του έλατου και
το κελάρυσμα των νερών του ξεροπόταμου
που κατεβαίνει από το Αρκουδόρεμα
σμίγει με την απέραντη γαλήνη της
φύσης, εκεί σε μια γωνιά βρίσκεται
κουρνιασμένο το χωριό της Ελλάδας, το
χωριό του Κολοκοτρώνη, το όμορφο
Λιμποβίσι.
Είναι το χωριό που
έθρεψε την απροσκύνητη και αδούλωτη
γενιά των σταυραετών, των
Κολοκοτρωναίων. Είναι το χωριό του
ελευθερωτή του γένους, Θεόδωρου
Κολοκοτρώνη.
Σήμερα είναι
ακατοίκητο. Όμως ο ιστορικός ναός του
Αγίου Ιωάννου και το ανακαινισθέν
σπίτι του Κολοκοτρώνη από τον αείμνηστο
Π. Αγγελόπουλο μαρτυρούν την ύπαρξή του.
Σαν τόπος προσκυνήματος προσελκύει
πλήθος επισκεπτών καθημερινά. Υπάρχει πηγή με άφθονο νερό και αρκετός
χώρος. Ο Δήμος Φαλάνθου, με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον και την
τοπική αρχιτεκτονική, κατασκεύασε αναψυκτήριο, που λειτουργεί από τον
Ιούνιο του 2006, προφέροντας ντόπια προϊόντα (μέλι, τσάϊ, κ.λ.π.),
παραδοσιακά γλυκά και αναψυκτικά.
Η κύρια διαδρομή για το
Λιμποβίσι, με αφετηρία την Τρίπολη, είναι μέσω του Δήμου Φαλάνθου. Μετά
το Παναρκαδικό νοσοκομείο ακολουθούμε το δρόμο για τα χωριά,
Τσελεπάκου, Χρυσοβίτσι, Στεμνίτσα. Ένα χιλιόμετρο
μετά το Χρυσοβίτσι (23 από Τρίπολη) στρίβουμε δεξιά. Περνάμε από το ακατοίκητο Αρκουδόρεμα και φτάνουμε στο Λιμποβίσι
μετά από 7 χλμ. Ο
δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος και σε
καλή κατάσταση. Ιδιαίτερη προσοχή
χρειάζεται τους χειμερινούς μήνες που
επικρατεί παγετός.
| Των Κολοκοτρωναίων |
| |
λάμπουν και τα `λαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ’ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες, τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια, οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν. Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε, καβάλα πάν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι. Φλωριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους, και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες. "Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια". Κι ο Θοδωράκης μίλησε, κι ο Θοδωράκης λέει: "Τούτ’ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν. Απόψ’ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα. Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε. Σύρε, Γιώργο μ’ , στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι, εγώ πάου στην Καρύταινα, πάου στους εδικούς μου, ν’ αφήκω τη διαθήκη μου και τοις παραγγολές μου, τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω". |

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου