Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Περικλής Γιαννόπουλος


Ο Περικλής Γιαννόπουλος (Πάτρα 1869 - Αθήνα 8 Απριλίου 1910), λογοτέχνης, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, υπήρξε ελληνολάτρης διανοητής. Ήταν γιος του Ιωάννη και της Ευδοκίας Θεοφράστου Χαιρέτη. Καταγόταν δηλαδή από την αρχοντική κρητική, βυζαντινής καταγωγής, οικογένεια Χαιρέτη, της οποίας μέλη είχαν εγκατασταθεί στην Πάτρα. Γι' αυτό φέρεται ότι επηρεάστηκε ιδιαίτερα από το έργο του θείου του Εμμανουήλ Χαιρέτη.


Απόσπασμα από το έργο του «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ και το ελληνικόν χρώμα»
Έτσι βλέπει ο συγγραφέας την Ευρωπαϊκή ζωγραφική της εποχής του:

   «Ας έλθωμεν λοιπόν εις τας Ευρώπας! Και κατ’ εκλογήν! Και κατά προτίμησιν! Και κατ’ εξοχήν! Εις τας Σκοτεινοτάτας! Τας Υγροτάτας! Τας Καρβουνοειδεστάτας! Τας Σαπιωτάτας! Εις αυτάς τας Γερμανίας, όπου πηγαίνουν οι μισοί Έλληνες και γίνονται μεν Σοφολογιώτατοι αλλά και αποδασκαλίζονται αλλά και απομιστριωτίζονται αλλά και αποντοτορώνονται.
   Και το ότι ο Γύζης εκεί έγινε Γύζης, αυτό δεν θα ειπή απολύτως τίποτε, διότι είναι ένας, διότι έζησε μόνος, διότι έτυχε να έχει Πορταρθούρειον ελληνικήν ψυχήν, και διότι ασφαλέστατα, εάν με τα αυτά μέσα ήτο εις Χώραν Φωτεινήν και εις Τέχνην Φωτεινήν, θα έφθανε ταχύτερα εκεί που έφθασε, θα έφθανε χίλια μέτρα υψηλότερα και διότι… και αυτός ο Γύζης είναι η  ρ ι ζ ι κ ή  άρνησις, αναίρεσις αναποδογύρισμα του Γραμμικού και Χροϊκού… Πανγερμανισμού! Άλλως τε αι Γερμανίαι με τα εκατομμύρια στερεοτυπωμένα φθηνά γρουσούζικα βιβλία, εγέμισαν τα κεφάλια της Ευρώπης Γερμανοϊδέες, άλλως τε οι νικημένοι Γάλλοι, κατά λόγον φυσικόν, εδέχθησαν εις τον σβέρκον των και τα λεξικά του Νικητού, άλλως τε δια να νικηθούν θα ειπή ότι δεν ήσαν τίποτε, άλλως τε και αυτοί υπεδέχθησαν το Βόρειον… Φως! Το οποίον δεν είναι δυνατόν να είναι ούτε το Βόρειον Σέλας, πρωτοστατούσης της  Α ν α γ ο ύ λ α ς  Σάνδης και παρά τας διαμαρτυρίας του Χάϊνε, που εγνώριζε καλλίτερα φυσικά τον τόπον του απ’ αυτήν. Άλλως τε και αυτοί μετά πολυετείς τρομεράς  π ρ ο π ο ν ή σ ε ι ς  εβαγνέρισαν.
   Άλλως τε και οι Άγγλοι, οι άλλοι αυτοί εμποροβιομήχανοι του πνεύματος και του ωραίου, οι Γραμμικώς και Χροϊκώς Καννίβαλοι εκτός ολίγων τεχνητών Μονάδων λόρδων θαυμασιωτάτων επηρεάσθησαν, άλλως τε και αυτοί οι Ιταλοί δια μίαν στιγμήν ετρελλάθησαν και εστράφησαν προς το Σκότος και τώρα μόλις αρχίζουν να σείουν πρώτοι αυτοί φυσικά, τον Βαρβαροβόρειον Πνευματικόν Ζυγόν. Άλλως τε κατ’ ουσίαν, κατά φύσιν, κατά ρίζαν, κατά ψυχήν, κατά γενικόν τύπον, κατά την  ε σ ω τ ά τ η ν  Α ι σ θ η τ ι κ ή ν  βάσιν, όλοι οι Ευρωπαίοι είναι συγγενείς και αποτελούν ένα τύπον. Άλλως τε και τα Σκότη και τα ομιχλώματα και τα αγριώματα, τόσον όσον ενδιαφέρει εμάς, είναι περίπου τα αυτά εις τα Λονδίνα, εις τα Μόναχα και εις τα Παρίσια όπου πηγαίνουν οι άλλοι  μ ι σ ο ί  τωρινοί και αποκοκορικίζονται, και αποφαυλίζονται, και αποπροστυχιάζονται και αποκοκοτίζονται, τα Σάπια Παρίσια, το κρεατοπάζαρο Ανατολής και Δύσεως, όπου όλαι αι τέχναι και όλοι οι Γάλλοι υμνούν την Γυναίκα… που τους τρέφει, την Γυναίκα  θ η λ υ κ ό ν,  θηλυκόν - μπούτι, θηλυκόν – γάμπα, προ πολλού πλέον ούτε αυτό, αλλά το θηλυκόν φόρεμα, και ούτε φόρεμα καλά καλά, αλλά εσώρουχον, αλλά λινόν μεταξωτό και νταντέλλα.
    Έλθωμεν λοιπόν εις τα Μόναχα.
    Εκεί ουρανός κλειστός, Αιωνία Συννεφιά, Αιωνία Μαυρίλα. Αιώνιον Πένθος. Αιωνία Ομίχλη. Αιωνία Πάχνη. Αιωνία Υγρασία. Αιωνία Μούχλα. Αιωνία Σαπίλα. Καμπουρογραμμία Γης, Ξυλογραμμία δένδρων. Και βάρος και πάχος και πύκνα αέρος. Και στούπωμα των πάντων με μπαμπάκια ομίχλης. Ο ουρανός κλειστός. Το σπίτι κλειστόν. Το Ρούχον κλειστόν. Το Σώμα κλειστόν. Ο Άνθρωπος κλειστός. Το Πνεύμα κλειστόν. Ο Ουρανός σκότος. Η Γη πένθος. Τα Φώτα λύπη. Τα Ζώα μελαγχολία. Ο Αέρας υγρά πηκτή μαυρίλα. Όλος ο ΕΞΩ ΚΟΣΜΟΣ σπρώχνει τον άνθρωπον εις ένα καταφύγιον, εις ένα υπόγειον. Και εκεί ζει μίαν ζωήν τεχνητήν. Το Πνεύμα και αι τέχναι είναι Επιστήμαι, είναι Μηχανήματα, εμπορεύματα, βιομηχανήματα. Κάμετε μίαν εικόνα, ένα άγαλμα, όπως και κάθε άλλη μηχανή και βίδα, και ζη εκεί με ένα ψεύτικον Φως, μίαν ζωήν ψεύτικην. Ψεύτικον Φως. Ψεύτικον πνεύμα. Ψεύτικαι τέχναι. Γνωρίζει το αληθινόν Φως, το αληθινόν πνεύμα, την αληθινήν τέχνην από την Ελλάδαν, την Ιταλίαν, τα βιβλία. Ο Ευρωπαίος μιμείται την Εξωτερικήν Φύσιν με την Εσωτερικήν του Φύσιν. Και η Εσωτερική του Φύσις είναι απόρροια της Εξωτερικής του Φύσεως. Είναι η τέλεια αρμονία. Είναι ομοούσιος. Είναι ένα πράγμα. Εις κάθε Γην: φυτόν, ζώον, άνθρωπος, είναι ένα πράγμα. Και εκ του ενός αυτού Έσω και Έξω κόσμου γεννάται η Αισθητική του κάθε λαού. Εγεννήθη η Αισθητική του Ευρωπαίου. Η Αισθητική του Βορείου. Ο Ευρωπαίος μιμείται την Καμπουρογραμμίαν της Γης του, την ξυλογραμμίαν των φυτών του, την μαυρότητα, την υγρότητα, την χονδρότητα των φυτικών αντικειμένων, την μεστότητα των χυμών, κορμών, και κλάδων, την βαθυπρασινότητα των φυλλωμάτων, την  μ α υ ρ ί λ α ν  τ ω ν  Σ κ ι ώ ν,  το  Χ ο ι ρ ο μ η ρ ι κ ό ν     Π ά χ ο ς  τ ο υ  Α έ ρ ο ς.
   Ένας Γερμανός, λόγου χάριν, με Σώμα υλικής συστάσεως και γραμμικής λεπτότητος Πελασγικού βάθρου, με στόμαχον, εις τον οποίον η μπίρρα αγωνίζεται να τρίψει τα δυνατώτερα λουκάνικα και τα ξυλωδέστερα λαχανικά, με εγκέφαλον παχύν, πυκνόν, σκοτισμένον, ομιχλώδη, λαβυρινθώδη, από τους εσωτερικούς ατμούς των ζυμώσεων και στουμπωμένον ακόμη από τον πεπιεσμένον ατμόν εκατόν ατμοσφαιρών της ομιχλογερμανοσοφίας και ακόμη από τους καπνούς της πίπας, μιμείται ότι βλέπει πάντοτε… με ένα  ζ ε υ γ ά ρ ι  γυαλιά, συνήθως με  δ ύ ο,  ό χ ι  σ π α ν ί ω ς  μ ε  τ ρ ί α, και εκφράζει δια της Τέχνης του ότι είναι η Γη του και ότι είναι αυτός. Έπειτα το βλέπει, το ευρίσκει όμοιον, του αρέσει και έπειτα τρέχει, φορεί την ρόμπα του, φορεί τη σκούφια του, ανάβει την σόμπα του, κρεμιέται εις την πίπα του, μένει εκεί οκτώ μήνες και σου πετά 32 τόμους Αισθητικής, όπου όλο το  Ω ρ α ί ο ν  της οικουμένης εξηγείται, σχολιάζεται, διορθώνεται κατά την ρόμπα, την πίπα, την σκούφια και την βαρβαροσαπίλα κάθε Φονπρίτς, Μπουρουμπρουμπούψ, Γκεμποργκενλιούχενχφςτυξ. Τι διάβολον θέλει ο Γερμανός, ο Σουηδός, ο Παρισινός, ο Λονδρέζος να ομιλή για πράγματα…  π ο υ  δ ε ν  β λ έ  π ε ι! Και να νομοθετεί επί πραγμάτων   π ο υ  δ ε ν  β λ έ π ε ι. Αι γραμμικαί και Χροϊκαί τέχναι όλαι είναι Γ ρ α μ μ α ί  και Χ ρ ώ μ α τ  α. Και ο κάθε Γερμανός, Σουηδός, Παρισινός, Λονδρέζος πηγαίνει… εις την Ιταλίαν  δ ι α  ν α  ι δ ή  ουρανόν, αέρα, σύννεφα, γην, φυτά, ζώα, δια να ιδή Γραμμές και Χρώματα!
   Εις τον τόπον του ο Γερμανός ζωγράφος βλέπει: Μίαν πεδιάδα ολόκληρον, ένα ουράνιον αλισιβωτόν χρώμα, του οποίου η πάχνη, η ομίχλη, η καταχνιά την πλακώνει, την στουμπώνει, πνίγει κάθε κρότον, κάθε σχήμα, κάθε γραμμήν και την παρουσιάζει ένα πράσινον υγρόν ομιχλόχρωμα. Τραβά λοιπόν δέκα πινελιές με πινέλο πλατύ Σοφατζή, από μπογιά στάχτη της μπουγάδας, άλλες δέκα πράσινες από κάτου, και η εικών του είναι καμωμένη. Μία αγελάδα είναι εμπρός του και του κάνει κόρτε. Διότι και η αγελάδα εκεί είναι κοντόφθαλμη, διότι και η αγελάδα εκεί διαβάζει φιλοσοφικά συγγράμματα. Δηλαδή ο ζωγράφος  γ ν ω ρ ί ζ ε ι  ότι είναι αγελάδα, πως είναι αγελάδα, αλλά ούτε τη βλέπει ούτε  φ α ί ν ε τ α ι.  Η αγελάδα εκεί φαίνεται   μ ό λ ι ς  ένα μαυροκανελλόχρωμον τομάρι, σαν ταπετάκι απλωμένο, μία χροϊκή  μ ά κ ι α  λοιπόν σχηματίζουσα  ι δ έ α ν  αγελαδινού σχήματος και έγινε και η αγελάδα. Ένας άνθρωπος περνά, ένα σώμα βωδιού ορθού, ολίγον φόρεμα, ολίγον καπέλλο, σώμα δεν διαγράφεται διότι το πάχος του ενώνεται με το πάχος της ομίχλης, το καπέλλο χάνεται εις την ομίχλην. Άλλη μία μάκια, με περίπου ιδέαν ανθρώπου. Προφανές και φυσικώτατον ότι η γραμμή είναι άχρηστος, ασήμαντος… αφού είναι  α ό ρ α τ ο ς.
   Η Σκιά μουτζούρα, αφού η σκιά του σαν λαμπάδας με κοκκαλωμένα δάκρυα πεύκου είναι:     Κ α λ ό γ ε ρ ο ς.  Όλα γίνονται όγκοι, επιφάνειαι:  Χ ρ ώ μ α  μόνον. Και  Χ ρ ώ μ α  φυσικά ερεβώδες. Και επειδή είναι κοντόφθαλμος και επειδή ζωγραφίζει σκοτάδια, και επειδή το έργον του θα το βάλει εις σκοτάδια, δυναμώνει τις αντιθέσεις, δυναμώνει και εξαγριώνει τα φωτισμένα μέρη. Και ότι δεν είναι αυτό εις την Τέχνην του Γερμανού, είναι  Ψ ε υ τ ι ά,              Ψ ε υ τ ι ά  α ν α ί σ χ υ ν τ ο ς,  κ α κ ο η θ έ σ τ α τ η. Είναι ιδέαι, είναι τέχνη, είναι τεχνοτροπίαι παρμέναι, κλεμμέναι, δανεισμέναι  από τας χώρας του  Φ ω τ ό ς.  Ο Γερμανός είναι                     Σ τ ρ α β ό ς.  Και με την υπομονή του η οποία εμελαγχόλησεν όλους τους γαϊδάρους της οικουμένης, θέλων να μάθη, να προφιτίρει, να μισθωθή, απεστραβώθη από το διάβασμα.  Παχύς, λουκανικώς λαδερός, χοιρομηρικός, πτωχός, πειναλέος, και Στραβός, βλέπει με τα αγριόχερά του.  Δια να ζωγραφίσει θέλει  υ λ ι κ ά  τ η ς  ε σ χ ά τ η ς  φτώχιας, θέλει λινάτσα άγρια, εκατόν φορές αγριωτέραν από κάθε καραβόπανον, θέλει μπογιές λαδερές, παχειές, πηκτές, σάλτσες. Θέλει πινέλο βούρτσα αλόγου, θέλει να κολλήσει τις μπογιές με το μυστρί, όπως την μουστάρδα εις το ψωμί του. Θέλει να μυρίζει η μπογιά, θέλει να πίνει η αγριολινάτσα τις μπογιές και θέλει να φάει αυτός λινάτσα και μπογιές και βούρτσες και κορνίζα. Να ο ζωγράφος εις το εργαστήριόν του: σόμπα, ρόμπα, σκούφια, πίπα. Το Σ ά π ι ο ν  Φ ω ς  περνά τα παπλώματα των ομιχλών και διαθλάται, περνά τους λασπώδεις, καρβουνώδεις αέρας και θρυμματίζεται. Περνά τα  σ κ ο τ ε ι ν ά  γ υ α λ ι ά  των σπιτιών και σαραβαλιάζεται και απονεκρώνεται και αποψοφά και φθάνει μουχλοπτωμαϊνη και χάνεται εις τα σκοτεινά εσωτερικά, χωρίς να φθάση εις πουθενά, χωρίς να ακουμπήση εις τίποτε. Η σόμπα, η λάμπα, ένα κερί  φ έ γ γ ο υ ν  περισσότερο από τον Ήλιον. Μία καντήλα είναι προτιμοτέρα, είναι μία ζωηροτάτη εστία φωτίζουσα εντελώς εις μίαν ωρισμένην ακτίνα. Ενώ το Νεκρόφως είναι παντού και δεν φωτίζει  τ ί π ο τ ε. Ένας μέγιστος ζωγράφος κάμνει το εργαστήριόν του σκοτεινόν φωτογραφικόν θάλαμον και αφήνει μίαν τρυπίτσαν εις το ταβάνι. Η εικών του είναι Άδης και φαίνεται μόνον μία φλούδα προσώπου φωτισμένη, ολίγον μάγουλον, ένα μάτι, η γραμμή της μύτης. Πομμερανός χωριάτης κοκκαλιασμένος, πειναλεώτατος, αλλά ηρακλειώτατος, αλλά σιδηρούς, με Μπισμαρκικές και Νιτσεϊκές μουστακάρες και φρυδάρες, με τριγωνικόν Γουλιελμικόν κρανίον, του οποίου λείπει όλη η μετωπική φέτα, καραφλόν μεν αλλά με δύο τρίχες καρφιά σκαντσοχοίρου που τρυπούν τη σκούφια, πλησιάζει τα τρίποδα, τα τελάρα, τις λινάτσες σαν θηριομάχος. Πελώριος άγριος, κλειστός, σουφρωτός, πετών σκυθρωπασμούς, με κλωτσημούς πίπας και βομβαρδισμούς καπνικών νεφών ρίχνεται εις το κακόμοιρον…  Ω ρ α ί ο ν με λύσσαν ταύρου που του έσεισαν κόκκινο πανί.
   Άμα ιδή λινάτσα, του μυρίση μπογιά – δηλητηριασμένος από μπογιά! – μαίνεται. Σείονται τα τρίποδα, βογγούν οι λινάτσες, τρέμουν τα τελάρα. Και η  κ α λ λ ι τ ε χ ν ί α  αρχίζει. Στόκ, τσούκ, πάφ, πούφ, γρονθοκοπήματα, κλωτσήματα, μπατσίματα, χαστουκίσματα, με μπογιά. Οι μουστάρδες εκόλλησαν εις τρία δευτερόλεπτα. Να τα έξοχα και τα θαυμάσια, τα ανατρεπτικά όλου του ελληνικού ωραίου, όλου του ωραίου της Γης, τα δια δυναμίτιδος ανοικτικά Νέων Κόσμων, τα εξελικτικά, τα  υ π ε ρ ά ν θ ρ ω π α . . .  Γ α ϊ δ ο υ  ρ ο σ ώ μ α τ α   Β ο υ β α λ ο σ ώ μ α τ α  κάθε ΣΤΟΥΚ. Και να ο Στούμπ, και να ο Μπέεκλουκ, και να ο Μπρουπρίτσγάουγαουφ. Και να ο Νέος Προφήτης του Ωραίου, ο νέος εκ του Βορρά…
   Ήλιος ο τρισμέγιστος  Φ ο ν  Κ ο υ τ σ ο υ ρ ο ύ κ κ α τ σ α ρ ό λ χ ε ρ ν.  Δηλαδή όλη η ανατομία του ωραίου, όλη η παθολογία, όλη η Πτωματολογία, όλη η Βλακοσοφία, όλη η Επιστημονική… κακή ψυχρή της ημέρα… ανάλυσις, όλη η διάλυσις του φωτός, όλη η ΧΗΜΕΙΑ όλη η αλχημία της φτώχιας, της πείνας, της κακορριζικιάς, της στραβομάρας, της βουβαλομάρας, της ΨΕΥΤΙΑΣ και της… Προφιτίρλας! Όλα αυτά τα ερεβώδη των Βορείων ΑΤΙΜΑΣΜΑΤΑ του ΩΡΑΙΟΥ, όλα αυτά τα Λύκινα ξεσχίσματα των σαρκών της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ, τα οποία εδημιούργησαν αυτοί οι τερατοποιοί, άμα παρέλαβον από τους άλλους βαρβάρους, αιμοβόρους, κοκκινοβόρους,  Μ ε θ ύ σ τ α κ α ς  του que bello Ιταλούς, τους Ιταλούς της υφ’ ημών δημιουργηθείσης Αναγεννήσεώς των, δηλαδή τους αιωνίους Χονδρορρωμαίους, από της εποχής που οι Ολλανδέζοι αφήκαν την Ιταλικήν, εν Ιταλία, διδασκαλίαν και απομίμησιν του Φωτός τουλάχιστον και της σχετικής ωραιοτάτης τέχνης της Γραμμής και του Χρώματος, αφ’ ότου εγκατέλειψαν την μόνην και μοναδικήν Χώραν του Φωτός και της Τέχνης μετά την Ελλάδα μας, αφ’ ότου οι αρχισκαπανείς αυτοί του Ξεπατωμού του Ωραίου ερρίφθησαν εις τα βουστάσιά των και εισήγαγον εις την Τέχνην όλην την Βουστασιακήν, αγελαδινήν και ολλανδοτυρικήν Ανθρωπότητά των, εισήγαγον εις την Ζωγραφικήν τα μακελειά και τα πλουσιώτατα  Χ α σ α π ο υ λ ε ι ά  με τα κρεμασμένα μπούτια, σβέρκους, στήθη, κοιλιές, τα λαμπρόαιμα γυναικοκρέατα. Αυτά τα οποία επέδρασαν και εις τους Γάλλους και τους Άγγλους και κάθε άλλους διαβόλους δια των έργων των και δια των απαισιωτέρων των  Α ι σ θ η τ ι κ ώ ν  και τα οποία μιμείσθε  Σ ε ί ς,  τα Γεννήματα του λαμπροτάτου γηίνου φωτός, τα θρέμματα της υπερωραιοτάτης Γης .
   Και οι θεόζουρλοι εντελώς δια τρελλομανδύαν, Αθεοφοβώτατοι και αξιοκρεμαστώτατοι ξεκινάτε και πηγαίνετε δια να διδαχθήτε τας τέχνες του φωτός εις τα κέντρα του Σκότους, εις αυτόν τον ομφαλόν του Ερέβους, το Μόναχον, Σεις… Ενώ όλοι οι Μεγάλοι Βόρειοι, όλοι οι Άγγλοι, όλοι οι Γάλλοι, όλοι οι ΓΕΡΜΑΝΟΙ, οι οποίοι είπον κάτι φωτεινόν, και έγραψαν κάτι, και ετραγούδησαν κάτι, και επλησίασαν κατά τι προς το Φως ή δεν επλησίασαν καθόλου, αδιάφορον, κατεβαίνουν όλοι εις την Ιταλίαν δια να ιδούν το Φ ω ς.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου